ἀμφιλαφης

ἀμφιλαφης
See also: λάφυρα
Page in Frisk: --

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • αμφιλαφής — ἀμφιλαφής, ές (Α) 1. (για μεγάλα δέντρα) αυτός που εκτείνεται σε μεγάλη έκταση, που τα κλαδιά του απλώνονται σε κάθε κατεύθυνση 2. δασύς, πυκνός, κατάφυτος 3. άφθονος, υπερβολικός, δυνατός 4. υπερμεγέθης, πελώριος 5. (σπάν. για πρόσωπα) μεγάλος,… …   Dictionary of Greek

  • ἀμφιλαφής — ἀμφιλᾱφής , ἀμφιλαφής taking in on all sides masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμφιλαφῆ — ἀμφιλᾱφῆ , ἀμφιλαφής taking in on all sides neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) ἀμφιλᾱφῆ , ἀμφιλαφής taking in on all sides masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) ἀμφιλᾱφῆ , ἀμφιλαφής taking in on all sides masc/fem acc sg (attic… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμφιλαφέστερον — ἀμφιλᾱφέστερον , ἀμφιλαφής taking in on all sides adverbial comp ἀμφιλᾱφέστερον , ἀμφιλαφής taking in on all sides masc acc comp sg ἀμφιλᾱφέστερον , ἀμφιλαφής taking in on all sides neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμφιλαφεστέρα — ἀμφιλᾱφεστέρᾱ , ἀμφιλαφής taking in on all sides fem nom/voc/acc comp dual ἀμφιλᾱφεστέρᾱ , ἀμφιλαφής taking in on all sides fem nom/voc comp sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμφιλαφεστέρως — ἀμφιλᾱφεστέρως , ἀμφιλαφής taking in on all sides masc acc comp pl (doric) ἀμφιλᾱφεστέρως , ἀμφιλαφής taking in on all sides comp …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμφιλαφεῖ — ἀμφιλᾱφεῖ , ἀμφιλαφής taking in on all sides masc/fem/neut nom/voc/acc dual (attic epic) ἀμφιλᾱφεῖ , ἀμφιλαφής taking in on all sides masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμφιλαφεῖς — ἀμφιλᾱφεῖς , ἀμφιλαφής taking in on all sides masc/fem acc pl ἀμφιλᾱφεῖς , ἀμφιλαφής taking in on all sides masc/fem nom/voc pl (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμφιλαφές — ἀμφιλᾱφές , ἀμφιλαφής taking in on all sides masc/fem voc sg ἀμφιλᾱφές , ἀμφιλαφής taking in on all sides neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • CORSICA — Insul in mari Ligustico, inter Sardiniam et Italiam sita. A Cyrno, patre Batti, Herculis filio dicta fuit Κύρνος, ut placet Fabio Pictori, cum antea Therapne vocaretur. A Corsica vero muliere, forsan ἀπὸ κόρσης, δούλης βουκόλου dicta, cuius… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • αμφ(ι)- — Γλωσσ. α συνθετικό λέξεων τής αρχαίας, μεσαιωνικής και νέας Ελληνικής καθώς και επιστημονικών όρων, με μεγάλη παραγωγικότητα. Προέρχεται από την αρχαία λέξη ἀμφί, που λειτουργεί ως πρόθεση και επίρρημα. Κατά τη σύνθεση, το τελικό φωνήεν ι άλλοτε… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.